σαύνιον

και σαυνίον, τὸ, Α
1. ακόντιο, ιδίως βαρβαρικό («θηρεύουσι δὲ σαυνία ἀφ' ἵππων βάλλοντες», Στράβ.)
2. μτφ. (με κωμ. σημ.) το ανδρικό μόριο
3. (κατά τον Ησύχ.) «σαθρόν, χαῡνον, ἀσθενές».
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ., άγνωστης προέλευσης].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαυνίον — σαύνιον javelin neut nom/voc/acc sg σαυνίον javelin neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαύνιον — javelin neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαυνία — σαύνιον javelin neut nom/voc/acc pl σαυνίον javelin neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαυνίοις — σαύνιον javelin neut dat pl σαυνίον javelin neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαυνίου — σαύνιον javelin neut gen sg σαυνίον javelin neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαυνίων — σαύνιον javelin neut gen pl σαυνίον javelin neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαυνίῳ — σαύνιον javelin neut dat sg σαυνίον javelin neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαυνίοις — Σαύνιον javelin neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαυνίου — Σαύνιον javelin neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαυνίων — Σαύνιον javelin neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.